Το κοτόπουλο του αποκαλόκαιρου…

(με πολλές κακομούτσουνες καυτερές πιπεριές…)

Αποκαλοκαιριάζουμε. Οι μπαξέδες τέλος. Τελευταίες από τα κηπευτικά μένουν συνήθως οι πιπεριές, παραγωγή μεγάλη και μεγάλη συγκομιδή.

Κακομούτσουνες αλλά και πεντανόστιμες οι τελευταίες πιπεριές του αποκαλόκαιρου
Κακομούτσουνες αλλά και πεντανόστιμες οι τελευταίες πιπεριές του αποκαλόκαιρου

Στις βιολογικές λαϊκές θα βρείτε πολλές κακομούτσουνες αλλά πεντανόστιμες πιπεριές κόκκινες , πράσινες και δίχρωμες, οι πιό πολλές μικρούλες, άλλες γλυκιές , άλλες καυτερές, άλλες φωτιά σκέτη.

Αγοράστε δυό χούφτες στο σύνολο. Περίπου καμμιά εικοσπενταριά κομμάτια.

Ζητείστε από τον παραγωγό να σας εξηγήσει ποιές είναι οι καυτερές πιπεριές και ποιές οι πιό γλυκιές και διαλέξτε μισές και μισές ή περισσότερες γλυκιές αν δεν είστε … “φίλοι του καυτερού”.

Με ένα βιολογικό κοτοπουλάκι κομμένο από τον χασάπη σας σε “παϊδάκια” ή “για σχάρα” (σε μικρές μπουκιές) μαγειρεύονται μαζί στη γάστρα για ένα νόστιμο φθινοπωρινό φαγητό.

Ενα αρωματικό ρύζι μπασμάτι δίπλα του και ελάχιστο μοσχολέμονο (λάϊμ) σας ξεγελάει οτι μπορεί και να βρίσκεστε κάπου στη Ταϊλάνδη. Αλλά δεν είστε. Είστε στην φθινοπωρινή Ελλάδα.

Το Κοτόπουλο του αποκαλόκαιρου 

IMG_5540
Το μαγείρεμα στη γάστρα βοηθά να γίνει το κοτόπουλο νόστιμο και ζουμερό ακόμα κι’ όταν είναι κομένο σε μικρά κομμάτια.
Πλένουμε καλά το κοτόπουλο και το αλατοπιπερώνουμε.
Πλένουμε τις πιπεριές, τίς κόβουμε κατά μήκος και τις ξσποριάζουμε. Μετά τις κόβουμε σε λεπτές ροδέλλες.
Προσοχή : φοράμε γάντια για τις καυτερές πιπεριές και μετά καθαρίζουμε την επιφάνεια κοπής με λεμονόκουπα , χοντρό αλάτι ή ξύδι. 
Βάζουμε λίγο ελαιόλαδο στη γάστρα και καλύπτουμε τον πάτο με τις μισές ψιλοκομμένες πιπεριές , λίγο αποξηραμένο δενδρολίβανο ή ρίγανη ή θυμαράκι ή θρούμπη και μία-δύο σκελίδες σκόρδο ψιλοκομμένο. Αν έχουμε και φρέσκα κρεμμυδάκια τα προσθέτουμε και αυτά ολόκληρα (δεν χρησιμοποιούμε παρά λίγο από το πράσινο μέρος τους).
Τοποθετούμε το κοτόπουλο πάνω στις πιπεριές , στριμώχνοντας τα κομμάτια μεταξύ τους  καλύπτοντας έτσι όλη την επιφάνεια χωρίς να κάνουμε δεύτερη στρώση.
Βάζουμε τις υπόλοιπες πιπεριές πάνω στο κοτόπουλο.

Προσθέτουμε τόσο νερό όσο να καλύπτεται σχεδόν το κοτόπουλο και ραντίζουμε με λίγο λευκό σαββατιανό κρασί και λίγο ακόμα ελαιόλαδο (το αρωματικό σαββατιανό κρασί είναι το καμάρι του Αττικού αμπελώνα και αποτελεί τη βάση της ρετσίνας) .Σκεπάζουμε τη γάστρα και τη βάζουμε σε κρύο φούρνο. Ρυθμίζουμε το φούρνο στους 200 βαθμούς (με αέρα ή στη ρύθμιση πάνω/κάτω ψήσιμο) και ψήνουμε το φαγητό μας για μία ώρα.

Μόλις περάσει μία ώρα το ξεσκεπάζουμε και αφήνουμε να ψηθεί ακόμα μισή ωρίτσα μέχρι να ροδίσει ελαφρά το κοτόπουλο.

Τότε ξεκινάμε να μαγειρεύουμε το ρύζι μας : βράζουμε αρκετό νερό σε μία κατσαρόλα με αλατάκι και ένα φυλαράκι δάφνη.  Μόλις βράσει προσθέτουμε το ρύζι , ένα σφηνάκι χυμό λεμονιού και μιά κουταλιά της σούπας βούτυρο (προεραιτικό). Βράζουμε μέχρι να μαλακώσει καλά το ρύζι, περίπου 15 λεπτά.

Το σουρώνουμε και το κρατάμε ζεστό.

Σερβίρουμε το κοτόπουλο με το ρύζι δίπλα , λίγο πρόβειο γιαούρτι και λίγο μοσχολέμονο για να συνοδεύσει το ρύζι και να σβήσει τη κάψα του κοτόπουλου.

Το κοτόπουλο με τη νόστιμη καυτερή , πρασινωπή και κρασάτη σαλτσούλα του.
Το κοτόπουλο με τη νόστιμη καυτερή , πρασινωπή και κρασάτη σαλτσούλα του.

Καλό αποκαλόκαιρο είπαμε; Και του χρόνου με υγεία σε όλους σας!

Διαβάστε και το ωραίο κέιμενο της Ολγα Σελλα (από την φθινοπωρινή Καθημερινή του 2014 ) για το αποκαλόκαιρο , εδώ ένα απόσπασμά του :

Κ​​αλό αποκαλόκαιρο; Καλό φθινόπωρο; Ή καλό χειμώνα; Η αρχή του φθινοπώρου τείνει να γίνει η πιο αμήχανη ως προς το τι θα ευχηθούμε ως χαιρετισμό. Γι’ αυτό και υπάρχει τέτοια πληθώρα ευχών…
Παλαιότερα οι άνθρωποι έλεγαν «καλό χειμώνα» και «καλό καλοκαίρι». Απλά πράγματα. Οι εποχές του χρόνου ήταν πάντα τέσσερις, αλλά εκείνες που όριζαν τις δουλειές τους και τις ανάγκες τους ήταν οι δύο βασικές: ο χειμώνας και το καλοκαίρι. Αγροτικοί, κυρίως, οι πληθυσμοί, συνταίριαζαν τις ευχές τους με τον τρόπο ζωής τους.

Οταν οι κάτοικοι των πόλεων έγιναν πολύ περισσότεροι, δεν άλλαξαν ιδιαιτέρως τα ήθη και τα έθιμα. Εσωτερικοί μετανάστες οι περισσότεροι νέοι κάτοικοι των πόλεων, μετέφεραν τις συνήθειες των τόπων καταγωγής τους, συνήθειες που έπειτα από πολλά χρόνια έδωσαν τη θέση τους σε πιο «αστικές» συνήθειες (και ίσως σε πολλές περιπτώσεις ακόμα να ανθίστανται). Ως εκ τούτου, η ευχή «καλό χειμώνα» στα τέλη του καλοκαιριού ακουγόταν ως κάτι φυσικό και αυτονόητο.

Οσο όμως περνούσαν τα χρόνια και αστικοπιούνταν περισσότερο ο πληθυσμός των πόλεων, οι διακοπές έγιναν κάτι το ιερό. Το ίδιο και το καλοκαίρι. Λίγο ο τουρισμός που παρατεινόταν μέχρι τον Οκτώβρη, λίγο η αρνητική σκέψη της επιστροφής στην καθημερινότητα της επιβίωσης έκαναν το καλοκαίρι «ιερή αγελάδα». Πώς να το αποχωριστείς λοιπόν; Ετσι, σιγά σιγά άρχισε να ακούγεται η ευχή «καλό φθινόπωρο» τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, που άφηνε μια χαραμάδα ελπίδας ότι μια μικρή εξόρμηση, έστω ένα Σαββατοκύριακο, χωράει ακόμα…

Οι ψυχαναλυτές από την πλευρά τους έλεγαν ότι αυτή η ευχή (το «καλό φθινόπωρο») δηλώνει άγχος αποχωρισμού ίσως και φόβο απώλειας, αλλά η άποψή τους καθόλου δεν εισακούστηκε.

Φέτος (νομίζω ότι είναι φετινό) και μέσω του facebook κυρίως –προφορικά δεν το έχω ακούσει– άρχισε να διακινείται, ιδιαιτέρως από μερίδα συγγραφέων και διανοητών, η ευχή «καλό αποκαλόκαιρο». Ωραία λέξη, ευτυχώς που την ξαναθυμήθηκαν και την ξανάφεραν στο λεξιλόγιό μας. Είναι εκείνο το γύρισμα της ώρας που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο: απομεσήμερο, απόβραδο… Αλλά σημαίνει το τελείωμά του – του μεσημεριού, του βραδιού, του καλοκαιριού…

Η συνέχεια του κειμένου εδώ.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ