Ένας λόχος για μια πίτα

0
16017

IMG_0291 2Aπορώ που αγοράζουμε κατεψυγμένες πίτες.

Θλίβομαι όταν βλέπω στα ταμεία του σούπερ-μάρκετ χαρτονένια κουτιά και λαδωμένα αλουμινένια ταψάκια μιας χρήσης με «πίττες της γιαγιάς», της «Θεσσαλίας» , «παραδοσιακές», μακεδονικές, τρέχα γύρευε…

Οταν -αντιθέτως- πάμε εκδρομή στο Πήλιο, τα Χανιά, την Τρίπολη και την Καστοριά, γιατί το πρώτο που παραγγέλνουμε στις ταβέρνες είναι πίτες, μπουρέκια και πιτάκια, σκαλτσούνια, πουγκιά και όλα τα συναφή, αλλά αμέσως μόλις γυρίσουμε αναρωτιόμαστε τί άραγε ήταν αυτό που μας μάγεψε, μας χόρτασε και μας ευχαρίστησε. Ζητάμε συνταγές. Αλλά οι πίτες δεν βγαίνουν τό ίδιο νόστιμες.

Γιατί οι πίτες θεωρούνται το δυσκολότερο και πιο μπελαλίδικο φαγητό από πολλούς, αλλά η λατρεία και το ευκολάκι των καταφερτζήδων μάγειρων;

Χρόνος και διάθεση. Αυτό έχω καταλάβει εγώ ως τώρα. Ό,τι δηλαδή ισχύει για τα πάντα. Α, ναι, και μιά απόφαση να αλλάξω τρόπο ζωής.

Τι εννοώ.

Αν ξεκινήσεις μια πίτα το πρωί της Κυριακής και στις τρεις έχεις καλεσμένους να φάτε απλά μαζί, τότε ήδη έχεις μπει σε μπελάδες. Μεγάλους. Πλύνε το σπανάκι, ζεμάτισέ το, ψιλόκοψε τον άνιθο και τα κρεμμυδάκια, τρίψε τη φέτα, δίπλωσε, σταύρωσε, ψήσε, στρώσε το τραπέζι, ετοίμασε και τα άλλα φαγητά… Ουφ, ουφ, ουφ… δικαιολογημένα είσαι ηδη τέζα και στις τρεις που έρχονται οι καλεσμένοι, θες να πας για ύπνο… Αν ήταν ανοικτό το σούπερ-μάρκετ, ίσως έτρεχες να αγοράσεις μια και να τη βάλεις στον φούρνο. Δικαιολογημένα. Η πίτα τη Κυριακή δεν είναι για την κουρασμένη εργαζόμενη ό,τι καλύτερο…

Θα σας πω πώς με μιά παρέα πριν λίγες μέρες φτιάξαμε μια σπανακόπιτα (και ως συνήθως δεν θα είναι η συνταγή το πιο σημαντικό, αλλά τα πέριξ που την έκαναν μια αξέχαστη εμπειρία και που μου θύμισε πώς, γιατί και πότε γίνεται μια πίτα).

Είμασταν τέσσερις στο αυτοκίνητο. Τέσσερις, όχι ένας. Περάσαμε κάμπους και ελαιώνες ακούγοντας μουσική και πού και πού χαμηλώναμε την ένταση για να πούμε τα νέα μας, κάτι που θυμηθήκαμε, είχαμε καιρό να βρεθούμε. Η κόρη μου έπαιζε με το κινητό μου. Εγώ αναρωτιόμουν…

Όταν φτάσαμε εκεί που τελείωνε ο χωματόδρομος, βγήκαμε και θαυμάσαμε τη θέα προς τη θάλασσα. Τότε ήταν που έστριψα το κεφάλι μου και, λάμποντας από τη πρωινή βροχούλα, νάτο, στεκόταν ένα θαμνάκι μάραθο με τα αλαφρά μαλλάκια του ν’ ανεμίζουν ελεύθερα στον αέρα. Ηταν η αρχή μιας ολόκληρης σειράς μάραθου, κατά μήκος του μονοπατιού που συνέχιζε προς το εκκλησάκι.

Η κόρη μου με είδε και με ρώτησε, τι κάνω και τι είναι αυτό, της εξήγησα και της πρότεινα να μασήσει μια τριχούλα του και κάπως, να, έτσι αυθόρμητα, άρχισε να μαζεύει μάραθο να τον μυρίζει, να τον χαϊδεύει. Πήραν μέρος και οι «άντρες», που θα ‘λεγε κι η μάνα μου. Μαζέψαμε όσο μάραθο μπορούσαμε, κόβοντας και τα χοντρά α’ τα κοτσάνια του και τα βάλαμε πρόχειρα σ’ ένα κασκόλ, δεν είχαμε σακούλες μαζί. Στον δρόμο της επιστροφής εννοείται ότι μιλούσαμε μόνο για τον μάραθο.

Γυρίσαμε παγωμένοι. Τα Λευκά Ορη κατεβάζουν κρύο, όχι παίξε γέλασε, όταν είναι χιονισμένα.

Πεινούσαμε τρελλά. Αυγά, φέτα, φρέσκα κρεμμυδάκια και μπόλικος φρεσκοκομμένος μάραθος. Αλεύρι, λάδι και νερό, υπάρχουν σ’ όλα τα νοικοκυριά… Ενας άνοιξε φύλλο, ένας έκανε την πίτα, ένας έστρωσε το τραπέζι , άλλος έκοψε λίγα λουκάνικα, ψωμί και σε μιά ώρα τρώγαμε. Μιά πίτα που μοσχοβολούσε… Μαζί. Ευχαριστημένοι.

Κοίαξα τη κόρη μου και σκέφτηκα ότι ποτέ δεν ξέρεις τελικά τί είναι αυτό που σε κάνει καλύτερη μαμά ή καλύτερη μαγείρισσα. Το να μαζεύεις μάραθο πάντως και την εκδρομή δεν τα είχα διαβάσει σε κανένα βιβλίο. Παιδαγωγικής ή μαγειρικής.

15181151_1071728272940094_6130843694249796103_nΣΠΑΝΑΚΟΠΙΤΤΑ

Η πίτα δεν ήταν και δεν είναι ένα καθημερινό φαγητό εκτός άν δεν έχεις πλήρη άλλη απασχόληση. Είναι μάλλον ένα κάπως γιορτινό , κυριακάτικο φαγητό. Η προϋπόθεση λοιπόν είναι να την φτιάξετε μιά ένδοξη μέρα που θά έχετε περισσότερο χρόνο για να απολαύσετε και την παρασκευή της. Μιά Κυριακή με φίλους.

Ενας καθαρίζει και πλένει ένα κιλό σπανάκι και το ζεματάει για πέντε λεπτάκια βάζοντάς το σε κατσαρόλα με τα καθαρά νερά του να στάζουν. Δεν χρειάζεται περισσότερο νερό. Το στραγγίζει καλά και όταν κρυώσει τα σφίγγει ανάμεσα στα χέρια του να βγάλει τα νερά του.

Ο άλλος παίρνει το μπολ με το στραγγισμένο σπανάκι και μέσα “σπάει” με τα χέρια μισό κιλό φέτα Παρνασσού βαρελίσια, προσθέτει και τέσσερα αυγά , ένα μάτσο ψιλοκομμένα κρεμμυδάκια με αρκετό από το πράσινό τους και ψιλοκόβει τον μάραθο, μια γερή χούφτα ή δυό ωμό, εννοείται. Προσθέτει μισή κούπα λάδι στο μίγμα και αρκετό πιπέρι και ανακατεύει μ’ ένα πηρούνι. Πίνει μιά γουλιά κρασί και τσιμπάει ένα λουκανικάκι με λίγο ψωμί. Κάθεται.

Εγώ σε μια μεγάλη γαβάθα βάζω μισό κιλό αλεύρι για όλες τις χρήσεις και ανοίγω μια γουβίτσα στο κέντρο. Βάζω μέσα της περίπου ένα φλυτζάνι λάδι, αλάτι και νερό και δουλεύω μέχρι να έχω ένα ωραίο ελαστικό ζυμαράκι. Το πειραχτήρι της παρέας χύνει μέσα και λίγο τσικουδιά! Γελάμε.

Το χαιδεύω με αλεύρι και το βάζω στο ψυγείο για μισή ώρα, το απλώνω σε αλευρωμένη επιφάνεια, κόβοντάς το στη μέση και ανοίγοντας δυο λεπτά, πολύ λεπτά φυλαράκια ζύμης. Εξαντλημένη αφήνω τον επόμενο να αναλάβει…

Η φίλη μου λαδώνει γενναιόδωρα ένα ταψί, ακουμπάει το ένα φύλλο κάτω, τη γέμιση στη μέση και ένα από πάνω που το λαδώνει καλά και το κόβει σε καρεδάκια μέχρι να φανεί η γέμιση.

Η κόρη μου το πασπαλίζει με σουσάμι και μαυροκούκι. Παίζει.

Ψήνουμε την πίτα για μια ωρίτσα σε μέτριο φούρνο χαζεύοντας τον χάρτη για τις αυριανές διαδρομές ακούγοντας… Αρλέτα στο ραδιόφωνο. Ο φίλος μου μου λέει πόσο είχε απηυδήσει ο αμερικανός συγκάτοικός του όταν στα seventies άκουγε -ως εναλακτικός- Αρλέτα στο Berkeley και τα μαλλιά του έφταναν μέχρι τη μέση. Τότε ήθελε να γίνει απλά νομάς.

_998

Ο μάραθος, ναι ο μάραθος…
Θα καεί η πίτα, φωνάζει κάποιος. Τρέχουμε τρεις να στρώσουμε το τραπέζι… Όχι ένας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.