Ξεκινώντας…

39ος παράλληλος

το blog της Πάολας Ψαρρού

Η Πάολα Ψαρρού ασχολείται εδώ και είκοσι χρόνια με τη μελέτη της παράδοσης της μοναστηριακής τράπεζας. Η μελέτη αυτή και η καταγραφή όλων των πτυχών της οδήγησε το 2005 στην έκδοση του βιβλίου «Τα Μήλα του Μάγειρα». Αυτή την εμπειρία, τα βιώματα και κυρίως την αγάπη για τα μοναστήρια και τα προϊόντα του μόχθου τους μοιράζεται μαζί μας στον 39ο παράλληλο.

Όταν, το 2005, κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Τα Μήλα του Μάγειρα», πολλοί με ρωτούσαν πώς προέκυψε αυτό, η ενασχόλησή μου δηλαδή με την μοναστηριακή διατροφή. Ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, συχνά μου κάνουν την ίδια ερώτηση. Σκέφτηκα, λοιπόν, το πρώτο μου κείμενο εδώ, στον 39ο παράλληλο, στο φιλόξενο two minutes angie, να απαντάει σε αυτό το ερώτημα. Άλλωστε κι εδώ για αυτά κυρίως θα γράφω. Το θέμα είναι ανεξάντλητο και κάθε τόσο προκύπτει μια αφορμή που ανανεώνει τον ενθουσιασμό μου. Πάντα υπάρχει κάτι που μέχρι χθες δεν ήξερα, ένας συμβολισμός που αγνοούσα, μια ιδιαίτερη παράδοση που μου διέφευγε, μια αναπάντεχη χρήση κάποιου υλικού.

Η απάντηση στο ερώτημα είναι πολύ απλή και, για μένα, αυτονόητη. Γνώρισα το μοναστήρι της Ορμύλιας, συνδέθηκα μαζί τους, είδα τι είναι η μοναστηριακή τράπεζα και πώς γίνεται η διαχείριση της τροφής σε ένα τέτοιο μοναστήρι και εντυπωσιάστηκα, ενθουσιάστηκα και συγκινήθηκα τόσο που αποφάσισα να αφοσιωθώ σε αυτό. Ήθελα να μάθω και να καταλάβω περισσότερα, να μπω όσο γίνεται πιο βαθιά μέσα σε αυτό, να αντιληφθώ όλες τις πτυχές του. Ήξερα από την αρχή τις δυσκολίες, ήξερα τα αυτονόητα όρια που υπάρχουν ωστόσο ήμουν τυχερή γιατί πολύ νωρίς κατάλαβα πως έμπαινα σε ένα καράβι –σε μια κιβωτό, πιο σωστά– με το οποίο θα ταξίδευα σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Και όταν κανείς μπαίνει σε ένα τέτοιο καράβι αλλάζει για πάντα, ο ίδιος αλλά και η ματιά του σε όλα.

Στην Ορμύλια

Στην Ορμύλια βρέθηκα για πρώτη φορά ένα καλοκαίρι πριν από είκοσι περίπου χρόνια, συνοδεύοντας τον άντρα μου. Για όσους δεν το γνωρίζουν, η Ορμύλια –Ιερό Κοινόβιο Ευαγγελισμού της Θεοτόκου– είναι ένα μεγάλο μοναστήρι, ίσως το μεγαλύτερο γυναικείο μοναστήρι στη Ελλάδα. Αποτελεί Μετόχι της Σιμωνόπετρας του Αγίου Όρους, πράγμα που σημαίνει πως πρόκειται ουσιαστικά για αγιορείτικο μοναστήρι. Ένα αγιορείτικο, γυναικείο μοναστήρι εκτός Αγίου Όρους, με την αρχιτεκτονική αλλά κυρίως το τυπικό ενός αγιορείτικου μοναστηριού. Εδώ κρατούν ακόμα την βυζαντινή ώρα, όπως εντός Αγίου Όρους. Τα μεσάνυχτα ταυτίζονται με την δύση του ηλίου, έτσι τον χειμώνα είναι έξι ώρες μπροστά από την ώρα Ελλάδος και το καλοκαίρι τέσσερις.

Η Ορμύλια βρίσκεται στη Χαλκιδική, στα βόρεια του Τορωναίου κόλπου. Φεύγοντας από τη Θεσσαλονίκη, παίρνουμε τον δρόμο για Χαλκιδική, κατευθυνόμενοι προς Νέα Μουδανιά. Συνεχίζουμε στον κεντρικό δρόμο της Χαλκιδικής προχωρώντας προς Νικήτη. Αφού περάσουμε τον Άγιο Μάμα, τις Καλύβες, την Γερακινή και τα Ψακούδια, φτάνουμε στην διασταύρωση που οδηγεί στο χωριό Βατοπαίδι. Στρίβουμε αριστερά, και περνώντας μέσα από το χωριό, κατευθυνόμαστε αριστερά στον δρόμο που οδηγεί στο μοναστήρι. Δεξιά και αριστερά, παντού ελαιόδεντρα. Συναντάμε την βόρεια πλευρά της μάντρας και μετά από λίγα μέτρα φτάνουμε στην κεντρική είσοδο.

Στο αρχονταρίκι

Η πρώτη έκπληξη ήρθε μόλις πέρασα την βαριά πόρτα της εισόδου και άρχισα να ανεβαίνω το καλντερίμι που οδηγεί προς το αρχονταρίκι. Η ομορφιά του χώρου με άφησε άφωνη. Δεν ήξερα πού να αφήσω να πέσει το βλέμμα μου και τι να πρωτοθαυμάσω. Η υποδοχή στο αρχονταρίκι ήταν τόσο ζεστή και χαρούμενη που αμέσως αισθάνθηκα άνετα και οικεία, σα να τους γνώριζα όλους χρόνια.

Αυτό που δεν ξεχνώ μέχρι σήμερα από εκείνη την πρώτη συνάντηση ήταν το φως και η χαρά στα πρόσωπα όλων. Αρκετά αργότερα θα διαβάσω το κείμενο του Γέροντα Αιμιλιανού, πατέρα της αδελφότητας και κτίτορα του μοναστηριού, Χαρά, λύπης όλεθρος. Ο Γέροντας Αιμιλιανός, μία σπουδαία μορφή του σύγχρονου μοναχισμού, τα φωτίζει όλα λέγοντας: «Η χαρά είναι λύπης όλεθρος. Η χαρά είναι σαν μια ασπίδα εις την οποία χτυπούν τα βέλη και δεν παθαίνεις τίποτε… Αν θες να αποκτήσης την αγάπη του Χριστού θα αρχίσης πρώτα από τη χαρά».

Στην τράπεζα

Έτυχε στην πρώτη μου επίσκεψη στην Ορμύλια να είναι μέρα μεγάλης γιορτής, Κυριακή της Πεντηκοστής. Η τράπεζα ήταν γιορτινή, με την συμμετοχή όχι μόνον ολόκληρης της αδελφότητας αλλά και αρκετών προσκυνητών. Η τράπεζα σε ένα μοναστήρι αποτελεί συνέχεια του ναού. Η θεία ευχαριστία συνεχίζεται στο κοινό τραπέζι της αγάπης. Δεν θέλω να κουράσω περιγράφοντας όλο το τυπικό που διέπει την μοναστηριακή τράπεζα, (εάν κάποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να το δει αναλυτικά στα Μήλα του Μάγειρα, στο κεφάλαιο Από την Αγία Τράπεζα στην Τράπεζα της Κατανύξεως).

Η κιβωτός του Νώε, βοτσαλωτό στην κεντρική αυλή – έργο των αδελφών)

Θα αναφέρω μόνο, για όσους δεν έχουν παρόμοια εμπειρία, πως η τράπεζα ξεκινά και τελειώνει με προσευχή και πως η υλική τροφή συνοδεύεται πάντα με πνευματική. Οι συνδαιτημόνες είναι σιωπηλοί και ο μόνος που ακούγεται είναι ο αναγνώστης (ή αναγνώστρια) που διαβάζει τον βίο του Αγίου της ημέρας ή κάποιο πατερικό κείμενο. Οι προσκυνητές εισέρχονται πρώτοι και στέκονται στις προβλεπόμενες θέσεις και εξέρχονται τελευταίοι. Ο ηγουμένος (ή ηγουμένη) εισέρχεται τελευταίος. Τις μέρες των μεγάλων γιορτών, η είσοδος των μοναχών γίνεται με ψαλμωδίες. Στην Ορμύλια, που οι ψάλτριες είναι όχι μόνο πολλές αλλά και εξαιρετικές, αυτή είναι μια μοναδική στιγμή που εντυπωσιάζει όχι μόνον τον προσκυνητή αλλά και τον πιο αδιάφορο επισκέπτη, κάνοντάς τον να αισθάνεται πως βρίσκεται «μεταξύ ουρανού και γης».

Στο αγρόκτημα και στην κουζίνα

Στα μοναστήρια η φύση, ως κτίση, αντιμετωπίζεται ως δώρο Θεού. Οι μοναχοί την σέβονται και δεν την καταδυναστεύουν. Όσα αποτελούν ζητούμενα για την διατροφή του σύγχρονου ανθρώπου, εδώ είναι παράδοση αιώνων.

Η οικολογία, η εποχικότητα, η ανακύκλωση των υλικών, η σωστή διαχείριση των τροφίμων, η υγιεινή διατροφή, η εγκράτεια αποτελούν την καθημερινότητα των μοναχών. Ο κύκλος του χρόνου ορίζεται από τις Δεσποτικές και Θεομητορικές γιορτές αλλά και από τον κύκλο της φύσης. Στο αγρόκτημα και στην κουζίνα, μέσα στην απλή καθημερινότητα, καθρεφτίζεται αυτό που, στα μάτια μου τουλάχιστον, φαίνεται να είναι το πνεύμα του μοναχισμού. Η απλότητα και ταυτόχρονα η ιερότητα, η προσφορά, η θυσία, η διαρκής ευχαριστία, η Αγάπη.

Όταν τα συνάντησα όλα αυτά στην Ορμύλια, αισθάνθηκα πως ήταν κάτι τόσο όμορφο και τόσο πλήρες, που ήθελα να είμαι κι εγώ κομμάτι του. Ήθελα να συμμετέχω, όπως μπορούσα. Το ζήτησα και μού δόθηκε, δώρο πολύτιμο.

Πιστεύοντας πως αυτό μπορεί να είναι μία πρόταση ζωής, και όχι μόνο διατροφής, θέλησα να το μοιραστώ και με άλλους κάνοντάς τους κοινωνούς και μετόχους αυτής της εμπειρίας.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ