Το Αμαρυλλίς της Κηφισιάς πήρε το όνομα του από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Γ.Δροσίνη

Κάθισα ένα βράδι για ένα ποτήρι κρασί με φίλες και δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από τις όμορφα φωτισμένες αμυγδαλιές και το όμορφα ανακαινισμένο νεοκλασσικό κτίριο ακριβώς απέναντι. Οταν ρώτησα την ιδιοκτήτρια του κηφισιώτικου καφέ Αμαρυλλίς , την Εριφύλη Γαλή,  μου είπε μιά ωραία ιστορία με πρωταγωνιστές τα ίδια τα ολάνθιστα δένδρα ! Την μοιράζεται σήμερα εδώ μαζί μας…

“Γεννήθηκα στην Κηφισιά. Την αγαπώ με πάθος.

Οι μνήμες μου είναι όλες συνδυασμένες με το πράσινό της: από μικρό παιδάκι θυμάμαι να μαζεύω λουλούδια από τα πεζοδρόμια για τη μαμά μου. Να φτιάχνουμε στεφάνια πρωτομαγιάτικα. Τον κήπο μας να ανθίζει. Εκδρομή με το σχολείο στα πάρκα και τα δασύλλιά της. Τους ανθοπώλες στην πλατεία. Τα πλατάνια στους δρόμους να μπουμπουκιάζουν ποτισμένα από τις αμπολές.  Τίποτα όμως δεν φωνάζει «Κηφισιά» όσο οι αμυγδαλιές τούτες εδώ που ανθίζουν κάθε χρόνο, ίδιες κι απαράλλαχτες εδώ και δεκαετίες.

Είναι οι αμυγδαλιές που δεσπόζουν όταν κάθεσαι στην ωραία Κηφισιώτικη βεράντα που στεγάζει το καφέ μας. Το καφέ Αμαρυλλίς.

Νιώθει κανείς δέος στη σκέψη ότι ο ίδιος ο Γεώργιος Δροσίνης ανηφόριζε με αργά βήματα το ίδιο αυτό δρομάκι, καθόταν κάτω από αυτές τις αμυγδαλιές και συνέθετε το ποίημά του που έμελλε να γίνει τόσο γνωστό:

Ἐτίναξε τὴν ἀνθισμένη μυγδαλιὰ
μὲ τὰ χεράκια της
κι ἐγέμισε ἀπὸ ἄνθη ἡ πλάτη, ἡ ἀγκαλιὰ
καὶ τὰ μαλλάκια της.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή:

Στην καρδιά της παλιάς Κηφισιώτικης γειτονιάς που είναι γνωστή ως «Πλάκα Κηφισιάς», στη συμβολή των οδών Διομήδους Κυριακού και Αγίων Θεοδώρων, το «Αμαρυλλίς» ήταν το πρώτο καφέ που στεγάστηκε σε ένα μικρό νεοκλασικό και λειτούργησε μακριά από το πολύβουο εμπορικό κέντρο και τις πολυτελείς μπουτίκ των επώνυμων ρούχων και αξεσουάρ.

Πήρε το όνομά του από τη βίλα του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη ακριβώς απέναντί του, θέλοντας να τιμήσει τόσο τον ίδιον, όσο και την ιδανική γυναίκα, όπως ο ίδιος την περιέγραψε: «έξυπνη, μορφωμένη, γεμάτη ζωή».

Η έπαυλις βρίσκεται ακριβώς απέναντι και σήμερα στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και το Μουσείο Δροσίνη, το οποίο αξίζει να επισκεφθείτε.

Η Αμαρυλλίς ήταν μυθιστόρημα που συνέγραψε ο Δροσίνης στη δεκαετία ακόμα των 20+ του χρόνων. Εμπνεύστηκε την κεντρική ηρωίδα από νεαρή Ελβετίδα που ζούσε με την οικογένειά της κοντά στον Πύργο του ποιητή στη Βόρεια Εύβοια. Η μόρφωση, η καλλιέργεια, η αγάπη στη φύση και στην Ελλάδα, χαρίσματα της Helen, ταλαντούχας ζωγράφου, ήταν τα πρώτα κεντρίσματα για να αναζητήσει ο Δροσίνης, να πλάσει την ιδανική γυναίκα. Στο μυθιστόρημά του «Η Αμαρυλλίς» πρωταγωνίστρια είναι μια πανέμορφη νεαρή γυναίκα γεμάτη προτερήματα μορφωμένη, καλλιεργημένη, που αγαπάει τα παιδιά και την Ελλάδα. Η Αμαρυλλίδα γίνεται το άπιαστο όνειρο του Δροσίνη, που στο τέλος της ζωής του γράφει «Αγάπη στην αρχή ήρθες πολύ νωρίς και τώρα πολύ αργά».
Όταν στα πενήντα του χρόνια συνάντησε την Αικατερίνη Τυπάλδου την «αθάνατη φίλη»,  όπως την αποκαλούσε πάντα, έγραψε: «Αυτή είναι η Αμαρυλλίς μου. Κρίμα που ανήκει σ’ άλλον».

Στο καφέ Αμαρυλλίς κρέμεται διακριτικά σε έναν τοίχο το αυθεντικό φύλλο του περιοδικού ΕΣΤΙΑ με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου 1885, στο οποίο πρωτοδημοσιεύθηκε το ομώνυμο μυθιστόρημα.

Το βιβλίο αγαπήθηκε πολύ από τους βιβλιόφιλους, μεταφράστηκε σε δέκα ξένες γλώσσες, αναγνωρίστηκε και εκτιμήθηκε διεθνώς, ενώ έλαβε την ξεχωριστή του θέση δίπλα σε έργα του Ντίκενς, του Σκώτ, του Μεριμέ και άλλων, όπως μαθαίνουμε από τα απομνημονεύματα του ιδίου του Δροσίνη.

Το ίδιο το οίκημα που στέγασε τον σημαντικό Έλληνα ποιητή τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, αλλά και τους ομότεχνούς του που τον επισκέπονταν καθημερινά, τον Παλαμά, τον Σουρή και άλλους, γνώρισε πολλές περιπέτειες πριν καταλήξει βαριά υποθηκευμένο στο ελληνικό δημόσιο, το οποίο παραχώρησε τη χρήση του στον Δήμο Κηφισιάς. Τόσο το σπίτι, όσο και το διόροφο παρακείμενο οίκημα που αρχικά είχε οικοδομηθεί για χρήση υπηρεσίας, ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Αναστηλώθηκε με περισσή φροντίδα και με σεβασμό στον Κηφισιώτικο αρχοντικό πλην όμως λιτό χαρακτήρα. Μετατράπηκε σε Μουσείο Δροσίνη, όπως άλλωστε όριζε η διαθήκη της αδερφής του ποιητή, τελευταίας ιδιοκτήτριας του σπιτιού. Τα αντικείμενα του Δροσίνη δωρήθηκαν ως επί το πλείστον από την αγαπημένη του μούσα, Καίτη Βιθυνού – Μάνου, αφού το σπίτι είχε άγρια λεηλατηθεί κατά τα χρόνια της εγκατάλειψής του…”

 

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ